Η δημόσια συζήτηση γύρω από τη σχέση της Άννας Βίσση και του Νίκου Καρβέλα, δεν αφορά πλέον μόνο την προσωπική ή καλλιτεχνική τους διαδρομή. Αντίθετα, το ενδιαφέρον έχει μεταφερθεί σε ένα αυστηρά νομικό ζήτημα: ποιος αποφασίζει για τη χρήση των τραγουδιών όταν ο δημιουργός και ο ερμηνευτής είναι διαφορετικά πρόσωπα.
Από κυπριακής νομικής πλευράς, η απάντηση προκύπτει από τον Περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμο του 1976(Ν. 59/1976), ως αυτός έχει τροποποιηθεί σήμερα, και ο οποίος εναρμονίζεται με το ευρωπαϊκό δίκαιο και παρέχει σαφή διάκριση μεταξύ των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων του ερμηνευτή.
Ο δημιουργός έχει το πρωτογενές δικαίωμα
Στην περίπτωση των τραγουδιών που σύνθεσε και έγραψε ο Νίκος Καρβέλας, ο δημιουργός αποκτά αυτοδικαίως τόσο το περιουσιακό όσο και το ηθικό δικαίωμα επί του μουσικού έργου. Το περιουσιακό δικαίωμα του επιτρέπει να αποφασίζει για κάθε μορφή εκμετάλλευσης του έργου, ενώ το ηθικό δικαίωμα προστατεύει τον προσωπικό δεσμό με τη δημιουργία.
Με απλά λόγια, το τραγούδι, ανήκει νομικά στο δημιουργό του και όχι στον καλλιτέχνη που του έκανε τη επιτυχία.
Η θέση του ερμηνευτή
Από την άλλη, η Άννα Βίσση, ως ερμηνεύτρια διαθέτει τα ανάλογα συγγενικά δικαιώματα πάνω στη δική της εκτέλεση κα στις ηχογραφήσεις στις οποίες συμμετέχει. Τα δικαιώματα αυτά προστατεύονται επίσης από τον κυπριακό νόμο.
Ωστόσο, τα συγγενικά δικαιώματα δεν μετατρέπουν τον ερμηνευτή σε δικαιούχο του ίδιου του μουσικού έργου. Δηλαδή, το γεγονός ότι μια τραγουδίστρια ταυτίστηκε επί δεκαετίες με ένα τραγούδι δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αποκτά εξουσία επί της σύνθεσης ή των στοίχων. Τουναντίον, όμως, δημιουργούνται δικαιώματα ως προς την ερμηνεία και/ή την εκτέλεση του τραγουδιού.
Μπορεί ο δημιουργός να απαγορεύσει τη δημόσια εκτέλεση;
Το κυπριακό δίκαιο είναι σαφές, και τούτο διότι, ο περί Πνευματικών Δικαιωμάτων Νόμος, προβλέπει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο προβαίνει σε πράξη που ελέγχεται από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας χωρίς την άδεια του δικαιούχου προσβάλλει το δικαίωμα αυτό. Η δημόσια εκτέλεση μουσικών έργων αποτελεί μία από τις μορφές εκμετάλλευσης που προστατεύονται από τον νόμο.
Επομένως, είναι σαφές ότι, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική συμβατική σχέση ή ειδική άδεια εκτέλεσης, ο δημιουργός διατηρεί τον έλεγχο της δημόσιας εκτέλεσης των έργων. Όμοια, στην πράξη, η δημόσια εκτέλεση στην Κύπρο, πραγματοποιείται μέσω αδειοδότησης από τους αρμόδιου Οργανισμούς Συλλογικής Διαχείρισης, οι οποίοι έχουν ως μέλη τους , δημιουργούς, παραγωγούς και ερμηνευτές. Για μια νόμιμη δημόσια εκτέλεση, απαιτείται όπως υπάρχει άδεια για χρήση των αντίστοιχων δικαιωμάτων όλων των δικαιούχων.
Υπάρχουν όρια στο δικαίωμα του δημιουργού;
Παρότι ο δημιουργός διαθέτει ισχυρή νομική προστασία, κάθε άσκηση δικαιώματος υπόκειται στις γενικές αρχές του κυπριακού δικαίου, όπως η καλή πίστη και η απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπου αυτές εφαρμόζονται από τα Δικαστήρια.
Επομένως, αν προκύψει διαφορά μεταξύ δημιουργού και ερμηνευτή, η τελική κρίση ανήκει στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο οφείλει να εξετάσει όχι μόνο τον νόμο αλλά και τις συμβάσεις ανάθεσης μεταξύ των μερών, τη διαχρονική πρακτική τους και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.
Συμπέρασμα
Κατάδηλα, εάν η διαφορά, μεταξύ Άννας Βίσση και Νίκου Καρβέλα κρινόταν αποκλειστικά υπό το πρίσμα του κυπριακού δικαίου, η αφετηρία της ανάλυσης θα ήταν σαφής: o δημιουργός του μουσικού έργου είναι αυτός ο οποίος διαθέτει το πρωτογενές δικαίωμα να επιτρέπει ή να απαγορεύει την εκμετάλλευση του, ενώ ο ερμηνευτής προστατεύεται μέσω των συγγενικών του δικαιωμάτων. Η οριστική απάντηση, όμως, σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη διαφορά εξαρτάται από τις συμβάσεις, τα πραγματικά γεγονότα και τελικά την κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου.
Τώνια Γ. Χριστοφίδη
Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
JUNIOR LAWYER & ASSOCIATE