News and Publications

Κακόβουλη δίωξη και το ανέλεγκτο της Συνταγματικής εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα

Το νέο Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση[1]  στο πλαίσιο της Δευτεροβάθμιας Δικαιοδοσίας, σε έφεση με αντικείμενο το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης με την οποία όχι μόνο ανατρέπει την ισχύουσα και διαχρονική νομολογία επί του θέματος αλλά καταργεί και το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης που αποτελεί αδίκημα στο περί αστικών αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148.

Γεγονότα

Ο Εφεσείων (αστυνομικός) άσκησε έφεση κατά απόφασης που απέρριψε την αγωγή του για κακόβουλη δίωξη, ζητώντας ειδικές/γενικές/τιμωρητικές/παραδειγματικές αποζημιώσεις, λόγω της ποινικής υπόθεσης 15956/2008 στο Κακουργιοδικείο Λάρνακας.

Συγκεκριμένα ο Εφεσείοντας αστυνομικός αντιμετώπισε κατηγορίες για συνωμοσία, κατοχή με σκοπό προμήθεια και προμήθεια ναρκωτικών. Ο Εφεσείων κρατήθηκε μέχρι τη δίκη με αποφάσεις που επικυρώθηκαν σε εφέσεις (αναφέρονται οι σχετικές αποφάσεις). Στη δίκη, κρίσιμη μαρτυρία προερχόταν από συγκατηγορούμενη (3 καταθέσεις), αλλά το Κακουργιοδικείο (κατά πλειοψηφία) τις έκρινε ως παράνομες και μη παραδεκτές.

Στις 16.12.2009 το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι δεν υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Εφεσείοντα και τον απάλλαξε και αθώωσε από τις εις βάρος του κατηγορίες.

Ισχυρισμοί στην αγωγή

Ήταν η θέση του Εφεσείοντα στην πρωτόδικη δίκη ότι η δίωξη κινήθηκε κακόβουλα, χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία. Υπήρξε και μεταγενέστερη «καταδίωξη» με νέα ποινική υπόθεση 23311/2012 (με ισχυρισμό για παραποιημένα στοιχεία σε ένταλμα), η οποία τελικά ανεστάλη. Εξαιτίας των ενεργειών αυτών ο Εφεσείοντας υπέστηκε ζημιές και ανέφερε ότι παρέμεινε υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές 5 μήνες και 14 ημέρες, με ψυχική/σωματική ταλαιπωρία κ.λπ.

Παρεμβάλλεται, ενδιάμεσα ότι είχε απολυθεί πειθαρχικά από την Αστυνομία, απόφαση η οποία παραμερίστηκε μεταγενέστερα από το Ανώτατο, χωρίς όμως να επαναπροσληφθεί.

Πρωτόδικη Απόφαση

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την άσκηση της κρίσης του αποφάσισε ότι η μοναδική προφορική μαρτυρία που ήταν του Εφεσείοντα θα έπρεπε να απορριφθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως «προεξάρχον» ότι δεν μπορεί να αποδοθεί αστική ευθύνη στον Εφεσίβλητο (Γενικό Εισαγγελέα) για πράξεις/παραλείψεις κατά την άσκηση των συνταγματικών του καθηκόντων (Άρθρα 113–114) επειδή η εξουσία του είναι ανέλεγκτη δικαστικώς , ως εκ τούτου απέρριψε την αγωγή.

Εφετείο

Ο Εφεσείων υποστήριξε κατ’ έφεση ότι έπρεπε να κριθούν οι ενέργειες της Αστυνομίας (που εισηγήθηκε και προκάλεσαν τη δίωξη) και ότι η Νομική Υπηρεσία απλώς έδωσε συγκατάθεση· άρα, κατά τον ισχυρισμό του, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εστίασε στο «ανέλεγκτο» του Γενικού Εισαγγελέα.

Απόφαση Εφετείου / Ανώτατου

Από τα παραδεκτά γεγονότα (ημερολόγιο ενεργείας) προκύπτει ότι η Αστυνομία εισηγήθηκε, ενώ η απόφαση δίωξης και η καταχώριση/υπογραφή κατηγορητηρίου ήταν άσκηση της συνταγματικής εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα (Άρθρο 113.2 και Κεφ. 155) απορρίπτοντας έτσι τη θέση ότι «διωκτική αρχή ήταν η Αστυνομία».

Περαιτέρω το Εφετείο με παραπομπή σε νομολογία, μεταξύ αυτών και στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας, Αρ. Αιτ.1/2024, ημερ.18.9.2024 (για απόλυση του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας) τονίζει ότι η Πλήρης Ολομέλεια του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου υπενθύμισε πως «το δε ανέλεγκτο της κρίσης του, ως το Άρθρο 113.2 διαλαμβάνει, αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε κατ’ επανάληψη από τη νομολογία μας».

Μέσα σ’ αυτό πλαίσιο, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα δυνάμει του άρθρου 113.2 του Συντάγματος παραμένει ανέλεγκτη δικαστικώς και επομένως η Έφεση απορρίφθηκε.

Πρακτική σημασία της απόφασης (για κακόβουλη δίωξη)

Η απόφαση αυτή του Εφετείου, ίσως είναι η μοναδική απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου, στο πλαίσιο του δικαίου των αστικών αδικημάτων και ειδικότερα στο αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, που κρίνεται στη βάση του άρθρου 113.2 του Συντάγματος και απολήγει στο ανέλεγκτο της κρίσης του Γενικού Εισαγγελέα.

Το αδίκημα της κακόβουλης δίωξης αποσκοπεί στην προστασία της προσωπικότητας του θύματος και πιο συγκεκριμένα της φήμης του η οποία βλάπτεται χωρίς αμφιβολία όταν κατηγορείται για έγκλημα. Πρόκειται για ένα τομέα του δικαίου που προστατεύει τον πολίτη από παράνομες και κακόβουλες ποινικές διώξεις που ασκούνται εναντίον του και ρυθμίζεται από το άρθρο 32[2] του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφάλαιο 148.

 Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση  Πίτσιλλος ν. Κυπριακή Δημοκρατία[3] , κακόβουλη ποινική δίωξη είναι αυτή που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη Ενάγοντα, όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι, η κύρια επιθυμία κατήγορου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης.

Όταν διαπιστώνεται ότι ικανοποιούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και υπάρχει παράβαση του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τότε είναι που η αγωγή  εναντίον της Δημοκρατίας, στρέφεται κατά του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος είναι ο Εναγόμενος στη διαδικασία.

Σε προηγούμενη απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Τσίβικου και 1. Γενικός Εισαγγελέας κ.α. (2018) Π.Ε. 350/2011[4] αποφάσισε ότι η «ποινική δίωξη ήταν κακόβουλη εν τοι εννοία του άρθρου 32 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 εφόσον άρχισε και συνεχίστηκε χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία, με μόνη, καθώς συνάγεται την κάλυψη της απρόκλητης συμπεριφοράς των αστυνομικών οργάνων. Άλλωστε η παραδοχή και μόνο από πλευράς της Δημοκρατίας της ευθύνης των εφεσίβλητων αναιρούσε το καλόπιστο της ποινικής δίωξης.»

 Το Ανώτατο Δικαστήριο, σε αυτή την περίπτωση, επιδίκασε αποζημιώσεις €80,000 συμπεριλαμβάνοντας και τις δαπάνες που υπέστηκε ο Ενάγοντας αλλά επιδίκασε και παραδειγματικές αποζημιώσεις εξαιτίας της συμπεριφοράς των Αστυνομικών εφόσον αυτή κρίθηκε «απαράδεκτη».

Η διαχρονική και πάγια νομολογία του Δικαστηρίου φαίνεται να ανατρέπεται με την απόφαση Νικολάου και φαίνεται να διαμορφώνεται ένας νέος κανόνας για τα αστικά αδικήματα κατά της Δημοκρατίας και ειδικότερα για το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης.

Κρίσιμος κανόνας

Δεν μπορεί να επιτύχει αγωγή κακόβουλης δίωξης όταν η ποινική δίωξη ασκήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα δυνάμει του Άρθρου 113.2 Συντάγματος, ανεξαρτήτως του ρόλου της Αστυνομίας στο στάδιο της έρευνας.

ΔΕΝ αρκεί ούτε η αθώωση ή απαλλαγή του κατηγορούμενου, ούτε η απόρριψη μαρτυρίας ή κρίση ότι δεν υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε έλλειψη εύλογης αιτίας στη διαδικασία αλλά ούτε η κακοβουλία με την οποία αποδεικνύεται ότι ενήργησαν οι διωκτικές αρχές.

Ως αποτέλεσμα της νέας νομολογίας Νικολάου , είναι να επιτρέπεται η αστική αγωγή για κακόβουλη δίωξη μόνο σε περιπτώσεις εκτός του πλαισίου του Άρθρου 113.2 όπως για παράδειγμα σε ιδιωτική ποινική δίωξη. Από την άλλη αφαιρείται η προστασία του κάθε πολίτη όταν κακόβουλα και χωρίς εύλογη αιτία ασκούνται ποινικές διώξεις εναντίον του από τις διωκτικές αρχές ενώ ταυτόχρονα παραχωρούνται ισχυρά «όπλα» στα χέρια των διωκτικών αρχών για απόρριψη των αγωγών κακόβουλης δίωξης σε προκαταρτικό στάδιο.

Κριτική αποτίμηση

Η απόφαση ενισχύει τη θεσμική αυτονομία του Γενικού Εισαγγελέα και διασφαλίζει τη συνταγματική αρχιτεκτονική της διάκρισης των εξουσιών. Παράλληλα, όμως, αναδεικνύει το δομικό έλλειμμα έννομης προστασίας για πρόσωπα που αθωώνονται μετά από κακόβουλη ποινική δίωξη και ταλαιπωρία. Η πλήρης απουσία Δικαστικού ελέγχου, ακόμη και σε περιπτώσεις εμφανούς έλλειψης εύλογης αιτίας που ασκούνται κακόβουλα, δημιουργεί προβληματισμούς ως προς την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ελέγχου και λογοδοσίας.

Ωστόσο, το ίδιο το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η λογοδοσία του Γενικού Εισαγγελέα είναι πρωτίστως πολιτειακή και θεσμική και όχι δικαστική, στοιχείο που αντανακλά τη συνειδητή επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη.

Συμπέρασμα

Η απόφαση αποτελεί σαφή οδηγό για τη μεταχείριση αγωγών κακόβουλης δίωξης στην κυπριακή έννομη τάξη. Καθιστά σαφές ότι η αθώωση, ακόμη και μετά από σοβαρή προσβολή της προσωπικής και επαγγελματικής ζωής του κατηγορουμένου, δεν αρκεί για να θεμελιώσει αστική ευθύνη όταν η ποινική δίωξη ασκήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα. Με τον τρόπο αυτό, η νομολογία εδραιώνει περαιτέρω το συνταγματικό ανέλεγκτο της διωκτικής εξουσίας, θέτοντας αυστηρά όρια στη λειτουργία του αστικού δικαίου ως μέσου ελέγχου της ποινικής διαδικασίας.

Γιώργος Τ. Χριστοφίδης

Δικηγόρος[5]


[1] Π.Ε. 308/2017 Νικόλας Νικολάου V Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ημ. 10.12.2025

[2] « Κακόβουλη δίωξη συνίσταται στην πραγματική κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία έναρξη ή συνέχιση ανεπιτυχούς ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλου προσώπου αν η διαδικασία αυτή-

(α) Προκάλεσε σκάνδαλο για την πίστη ή την υπόληψη του προσώπου αυτού ή πιθανή απώλεια της ελευθερίας του και

(β) κατέληξε, αν στην πραγματικότητα μπορούσε με τον τρόπο αυτό να καταλήξει, υπέρ του προσώπου αυτού:

Νοείται ότι καμία αγωγή για κακόβουλη δίωξη δεν εγείρεται κατά οποιουδήποτε προσώπου για μόνο το λόγο ότι το πρόσωπο αυτό παρείχε πληροφορίες σε κάποια αρμόδια αρχή η οποία και άρχισε οποιαδήποτε διαδικασία

[3] (1994) 1 Α.Α.Δ 268

[4] ECLI:CY:AD:2018:A255

[5] Ειδικό Διδακτικό Προσωπικό Πανεπιστημίου Frederick